Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Η Κεντροαριστερά μετά την 6η Μαΐου

Νομίζω κάθε ένας που δεν είναι φανατικά φιλελεύθερος, συμφωνεί ότι δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί το υπάρχων σύστημα που μεγεθύνει την ανισότητα ενώ για τον πολύ κόσμο έχει μόνο συνταγές ύφεσης-λιτότητας. Όπως έχω ξαναγράψει και σε προηγούμενη ανάρτηση, τα πράγματα δείχνουν ότι η κρίση τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό Νότο θα λυθεί με μαζικές διαγραφές χρεών, στα πρότυπα του 2ου Μνημονίου, ριζικές αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, και ενδεχομένως πρόσθετες μεταρρυθμίσεις. Το πότε θα έρθουν ακριβώς αυτές οι αλλαγές δεν είναι γνωστό, αλλά θεωρώ βέβαιο ότι δεν θα είναι μία εύκολη και αβίαστη διαδικασία. Το άδικο με την Ελλάδα είναι ότι έχει φορτωθεί το βάρος του τελείως αποτυχημένου (κατά Μέρκελ) πρώτου Μνημονίου.

Πριν τις εκλογές θεωρούσα ότι η καλύτερη στρατηγική για την Ελλάδα ήταν να κρατήσει όσο μπορεί εντός του Μνημονίου, με δίκαιη λιτότητα και μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε όταν θα υπάρξουν αυτές οι ριζικές αλλαγές η Ελλάδα να είναι στις διαπραγματεύσεις και μέρος της λύσης. Να μην είναι η πρώτη που θα "σπάσει" δίνοντας δικαιώματα για αποβολή της από τον ευρωπαϊκό ιστό. Θεωρούσα μάλιστα ότι κόμματα εκτός του δικομματισμού, όπως η ΔΗΜΑΡ (στην οποία σημειώνω ήμουν μέλος από τον Μάιο του 2011 μέχρι τον Φεβρουάριο 2012) έπρεπε να πάρουν το ρίσκο και να παρέμβουν θετικά σε αυτήν την προσπάθεια, εξασφαλίζοντας κατά το δυνατό τη δίκαιη κατανομή των βαρών αλλά και την εφαρμογή ορισμένων δίκαιων μεταρρυθμίσεων που περιέχονταν στο Μνημόνιο, όπως το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Η ΔΗΜΑΡ επέλεξε να μην αναλάβει αυτό το, πράγματι μεγάλο, ρίσκο. Το τι θα κατάφερνε αν το επιχειρούσε δε θα το μάθουμε ποτέ. Eξαιτίας λοιπόν και της κακής συνταγής αλλά και της κάκιστης διαχείρισης από το ΠΑΣΟΚ, η δίκαιη λιτότητα "πήγε περίπατο" και τη θέση της πήρε μία άγρια, άδικη λιτότητα. Ο Έλληνας δεν άντεξε και το έδειξε σε αυτές τις εκλογές, κάνοντας μία δημοκρατική επανάσταση και ζητώντας άλλο δρόμο, αν αυτός βέβαια υπάρχει. Έχουμε πλέον μετά τις εκλογές δύο σχεδόν αντίρροπα πολιτικά δεδομένα (η κοινή τους συνιστώσα θέλω να πιστεύω είναι η τελική επίλυση της κρίσης). Τη στάση της Ευρώπης, και τη στάση των πολιτών στην Ελλάδα. Από αυτά το πρώτο, έστω και θεωρητικά, είναι διαπραγματεύσιμο, ενώ το δεύτερο αποτελεί τετελεσμένο και σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η δυναμική του ενισχύεται.

Η πτώση του ΠΑΣΟΚ, η ευκαιρία της ΔΗΜΑΡ και η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ

Το πολιτικό σκηνικό έχει αλλάξει σε όλο του το φάσμα, αλλά οι πραγματικά δραματικές αλλαγές έγιναν στην Κεντροαριστερά με την παταγώδη πτώση του ΠΑΣΟΚ από το ποσοστό του 43,92% του 2009 στο 13,8 %. Πολλοί σπεύδουν να αποδώσουν την πτώση αυτή γενικά και αόριστα στις πολιτικές που ακολούθησε τα τελευταία 2 χρόνια. Θυμίζω ωστόσο ότι τα δημοσκοπικά ποσοστά  του ΠΑΣΟΚ παρέμεναν υψηλά ακόμη και ενάμιση χρόνο μετά τις εκλογές, και αφού είχε ψηφιστεί και άρχισε να εφαρμόζεται το πρώτο Μνημόνιο. Θεωρώ ότι ο κόσμος αναγνώριζε λίγο πολύ ότι η ελληνική οικονομία είχε πράγματι προβλήματα και κάποιες προσαρμογές ήταν αναγκαίες. Οι τραγικές επιδόσεις της πρώτης χρονιάς της κυβέρνησης Παπανδρέου, με απίστευτες παλινωδίες, έλλειψη σχεδίου αλλά και πολιτικής βούλησης είναι αυτές που αποξένωσαν το κόμμα του από τη λαϊκή του βάση. Η δημοτικότητα του ΠΑΣΟΚ άρχισε να κατρακυλά όταν ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι όχι μόνο αδυνατούσε, αλλά δεν είχε και πραγματική βούληση να εφαρμόσει με δικαιοσύνη τα μέτρα του Μνημονίου. Σε αυτήν την πτώση συνέτεινε σε μεγάλο βαθμό και το "βρώμικο παρελθόν" του ΠΑΣΟΚ που είχε συνδεθεί με τα σκάνδαλα, το πελατειακό σύστημα, τη διαπλοκή με τις τράπεζες και τον επιχειρηματικό κόσμο κλπ.

Οι ψηφοφόροι του άρχισαν να το εγκαταλείπουν και αναζήτησαν άλλες επιλογές, κυρίως στην Αριστερά, με πρώτη επιλογή τη ΔΗΜΑΡ, η οποία τον Μάρτιο του 2012 εμφανίζονταν με ποσοστό γύρω στο 15 %, έναντι 11 % του ΠΑΣΟΚ και 12 % του ΣΥΡΙΖΑ (Public Issue 15/03/2012). Η ΔΗΜΑΡ ωστόσο δεν μπόρεσε να διατηρήσει αυτή τη θέση, κατά τη γνώμη μου γιατί πρότεινε σε ένα ήδη εξουθενωμένο κοινό τη λύση των ισοδύναμων μέτρων, μία λύση που είχε προτείνει και ο κ. Σαμαράς χωρίς να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Στα αυτιά του λαού, όσα πρότεινε για ένα πιο ήπιο Μνημόνιο δεν διέφεραν σημαντικά από όσα προσπαθούσε να κάνει το ΠΑΣΟΚ στη διαχείριση του Μνημονίου. Επιπλέον, λόγω της αρνητικής της στάσης σε όσες μεταρρυθμίσεις επιχείρησε το ΠΑΣΟΚ, δεν κατάφερε να προσελκύσει ούτε την μερίδα των πολιτών που είναι υπέρ των αλλαγών και να διαμορφώσει ένα γνήσια μεταρρυθμιστικό προφίλ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη, εκμεταλλευόμενος και τη βοήθεια ορισμένων προσωπικοτήτων με αρκετή επιρροή, όπως ο κ. Βαρουφάκης, κατάφερε να πείσει ένα, μεγάλο όπως αποδείχθηκε, μέρος των εκλογέων ότι η ολοκληρωτική αλλαγή της στρατηγικής του Μνημονίου και όχι απλά ορισμένων μέτρων είναι εφικτή και βιώσιμη, δίνοντας στον κόσμο μία ελπίδα για βελτίωση που τόσο την είχε ανάγκη. Το βασικό επιχείρημα του κ. Τσίπρα ήταν και είναι ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας θα διστάσουν να αποπέμψουν την Ελλάδα από το ευρώ, φοβούμενοι την εξάπλωση της κρίσης και θα ήταν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν σε απαιτήσεις για αλλαγή πλεύσης του Μνημονίου. To κατά πόσο αυτή η υπόθεση ισχύει θα το μάθουμε όλοι αν ο κ. Τσίπρας αναλάβει την εξουσία, ωστόσο οφείλω να σημειώσω ότι υπάρχουν και θεσμικοί παράγοντες που τον επιβεβαιώνουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαργύρωσε και την πολύ καλή διαχείριση της προεκλογικής περιόδου, κατά την οποία, με το σύνθημα της Αριστερής κυβέρνησης, έδωσε στον κόσμο την ελπίδα όχι μόνο για την αλλαγή πλεύσης της οικονομικής πολιτικής, αλλά και για το, πολυπόθητο για πολλούς, τέλος του δικομματισμού.

Η νέα Κεντροαριστερά;

Στις εκλογές τα απόλυτα ποσοστά καθορίζουν τις κυβερνήσεις, αλλά τα πολιτικά συμπεράσματα εξάγονται από τις μεταβολές τους. Έτσι η ΝΔ, με πτώση των ποσοστών της από 33,47 % σε 18,85 % μπορεί να είναι πρώτο κόμμα, αλλά μάλλον δεν συγκαταλέγεται στους νικητές. Νικητής είναι η Αριστερά και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ.

Μετά την θεαματική άνοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με μεγάλες προκλήσεις. Στη συγκέντρωση του κόμματος εχθές στη Νίκαια, ο κ. Τσίπρας δήλωσε ότι "δημιουργούμε την λαϊκή δημοκρατική παράταξη της Αριστεράς". Τα ιστορικά δεδομένα καταδεικνύουν ωστόσο ότι οι (αμιγείς) κυβερνήσεις Αριστεράς σπάνια επιτυγχάνονται και όταν αυτό γίνεται δεν έχουν διάρκεια, κυρίως γιατί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη στήριξη από τους πολίτες. Οι βασικοί πυλώνες των δημοκρατιών της Ευρώπης είναι η Κεντροαριστερά και η Κεντροδεξιά και θεωρώ ότι η χώρα μας, παρά την μεγάλη πολιτική κρίση και τις χρόνιες ιδιαιτερότητές της, δεν αποτελεί εξαίρεση. Έτσι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να έχει διάρκεια στο πολιτικό σκηνικό έτσι ώστε να εφαρμόσει τις πολιτικές του, θα πρέπει να προσεγγίσει την Σοσιαλδημοκρατία (ίσως σε μία καινούρια, ανανεωμένη και πιο γνήσια μορφή) και να βλέπει ως συνεταίρους του σε συγκυβέρνηση όχι μόνο την κεντροαριστερά, αλλά ακόμα και τον κεντρώο χώρο. Η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του εξάλλου προέρχεται πλέον από τους χώρους αυτούς. Παράλληλα, θα πρέπει να εγκαταλείψει τις εντελώς ανούσιες ακτιβιστικές του πρακτικές που αποξενώνουν το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας και προκαλούν αμφιβολία ακόμα και για τον δημοκρατικό του προσανατολισμό. Μία τέτοια μετάλλαξη όμως, ιδιαίτερα για ένα συνασπισμό κομμάτων στον οποίο η ενότητα δεν ήταν ποτέ δεδομένη, είναι εξαιρετικά δύσκολη, ίσως και αδύνατη.

Στην νέα εποχή των συνεργασιών, πρωταγωνιστές θα είναι εκείνοι που καταφέρνουν να δημιουργούν συνθέσεις και συνεργασίες τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Σε αυτόν τον τομέα ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το πρώτο του μεγάλο λάθος μετεκλογικά, με το ξεκίνημα μίας αδικαιολόγητης αλλά και ανώφελης επίθεσης εναντίον της ΔΗΜΑΡ. Σε όποιον μπορεί να κάνει μία έστω και ελάχιστη ανάλυση των πολιτικών δεδομένων ήταν φανερό ότι ο κ. Κουβέλης δεν θα συμμετείχε ποτέ σε κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κίνηση αυτή δεν θα εξυπηρετούσε ούτε το γενικό αλλά ούτε και το κομματικό του συμφέρον, ενώ θα τον άφηνε έκθετο καθώς είχε προειδοποιήσει προεκλογικά ότι δεν θα γίνονταν το "αριστερό άλλοθι" μίας τέτοιας συμμαχίας. Το αποτέλεσμα αυτής της ανόητης πραγματικά διαμάχης ήταν να φανεί αναξιόπιστη όλη η Αριστερά (με πρώτο το ΣΥΡΙΖΑ) σε μία κρίσιμη στιγμή που ένα μεγαλύτερο όσο ποτέ μέρος της κοινωνίας της έχει δώσει την πρωτοβουλία. Το αποκορύφωμα της διαμάχης αυτής ήταν η σημερινή δήλωση του κ. Κουβέλη ότι δε θα συνεργαστεί με το ΣΥΡΙΖΑ ούτε μετεκλογικά (εύχομαι πραγματικά να ανασκευάσει), γεγονός που κάνει την "κυβέρνηση των προοδευτικών δυνάμεων" που ο ίδιος ο κ. Κουβέλης επαγγέλλονταν πρακτικά αδύνατη.

Αν το μήνυμα των προηγούμενων εκλογών ήταν η αλλαγή  της ακολουθούμενης πολιτικής, το διακύβευμα των επόμενων εκλογών (τον Ιούνιο όπως δείχνουν μέχρι στιγμής τα πράγματα) θα είναι η συγκρότηση μίας κυβέρνησης που θα διεκδικήσει αυτές τις αλλαγές. Σε μία ιστορική στιγμή, οι δυνάμεις της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς (κυρίως εκείνες που δεν κυβέρνησαν όλα αυτά τα χρόνια) φαίνονται διασπασμένες και δείχνουν ότι πετάνε μία τεράστια ευκαιρία να εφαρμόσουν τις λύσεις τους. Οι ηγεσίες τους έχουν ακόμη χρόνο να επανορθώσουν, να λειτουργήσουν ενωτικά και να ανακτήσουν την αξιοπιστία της Αριστεράς.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Το μετέωρο βήμα μίας σύμβασης

Όσοι πιστεύουν ότι η δανειακή σύμβαση υπερψηφίστηκε το βράδυ της περασμένης Κυριακής, ας το ξανασκεφτούν. Τα μόνα μνημονιακά κόμματα με σοβαρές ελπίδες επανεκλογής, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, συγκεντρώνουν συνολικά με βάση τις δημοσκοπήσεις γύρω στο 36 - 38 %, μετρημένο πριν την μεγάλη στροφή του κ. Σαμαρά, που σημαίνει ότι δεν καταγράφει το πολιτικό κόστος που θα έχει η αυτομόλησή του στο μνημονιακό μπλοκ. Συνεπώς, ακόμα και με δεδομένο ότι τα δύο αυτά κόμματα θα συνεργαστούν (κάτι που δεν είναι σίγουρο), ο σχηματισμός κυβέρνησης είναι αβέβαιος και ακόμα και αν αυτή σχηματιστεί θα είναι αποδυναμωμένη και θα κινδυνεύει να καταπέσει στην πρώτη δύσκολη στροφή.

Σήμερα στα δελτία ειδήσεων οι διάφοροι αναλυτές αναρωτιούνται "που το πάνε οι κακοί Γερμανοί" οι οποίοι "προβάλλουν ανεξήγητες δικαιολογίες ώστε να μην υλοποιηθεί η σύμβαση". Εγώ ήθελα να τους ρωτήσω αν πιστεύουν ότι οι ίδιοι οι Έλληνες την θέλουν. Με βάση τις δημοσκοπήσεις σίγουρα όχι. Άρα γιατί κατηγορούμε τους Γερμανούς; Το "βαρύ πεπόνι" είμαστε εμείς, που για κάποιο λόγο πιστεύουμε ότι τους κάνουμε και χάρη που θα πάρουμε το δάνειο.

Για να πετύχει η σύμβαση χρειάζεται μία τιτάνια προσπάθεια από όλους τους Έλληνες για αρκετά χρόνια. Δεν φτάνει καν η ανοχή, χρειάζεται πραγματική θέληση. Χρειάζεται η πλειοψηφία να την βλέπει θετικά, και με το ένα μάτι στραμμένο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις για την εξασφάλιση κατά το δυνατόν ευνοϊκότερους όρους. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να έχει εξασφαλιστεί ευρεία αποδοχή από την ελληνική κοινωνία και  το πολιτικό προσωπικό που την εκφράζει. Αν αυτή η αποδοχή δεν υπάρχει, η σύμβαση δεν έχει καμία ελπίδα να πετύχει. Δεν γίνεται να προσπαθεί μία κυβέρνηση του 38 % και να παίρνει όλες τις δύσκολες αποφάσεις και τα υπόλοιπα κόμματα να κάνουν εύκολο αντιμνημονιακό αγώνα εντός και εκτός Βουλής. Οι εταίροι μας τα γνωρίζουν αυτά (μας έχουν πλέον μάθει για τα καλά), και για το λόγο αυτό αμφισβητούν την επιτυχή εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος. Και βρίσκω πολύ λογικό να μην θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη μίας νέας ελληνικής αποτυχίας ούτε πολιτικά ούτε οικονομικά.

Το αντιμνημονιακό μέτωπο (που όπως εξελίσσονται τα πράγματα θα μετατραπεί σε μέτωπο της χρεοκοπίας), δηλαδή η "συμμαχία" του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜΑΡ, του ΛΑΟΣ, και των "φιλολαϊκών" πολιτικών σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, πλαισιωμένο και από την πλειονότητα των ΔΚΓ φαίνεται να κερδίζει τη μάχη. Με μίζερη ρητορεία, άφθονο λαϊκισμό, γκρίνια και γαβγίσματα κατάφεραν στο τέλος να δημιουργήσουν την εντύπωση στην κοινή γνώμη ότι για την παταγώδη αποτυχία της κυβέρνησης Παπανδρέου ευθύνεται απλά η "κακή τρόικα" και η συνταγή του μνημονίου και όχι η πλήρης ανικανότητα και η έλλειψη βούλησης των στελεχών της. Το πρόβλημά μας δηλαδή είναι το μνημόνιο και όχι αυτοί που το διαχειρίστηκαν. Το αντιμνημονιακό μέτωπο ταυτίστηκε με αυτό της αντιμεταρρύθμισης (όποιος το αμφισβητεί ας ρίξει μια ματιά στις βουλευτικές ψηφοφορίες) που σταθερά και μεθοδευμένα αντιδρούσε σε κάθε ουσιαστική αλλαγή, διαμορφώνοντας έναν βαθιά συντηρητικό πολιτικό πυρήνα.

Τα ψέμματα τελείωσαν. Για να πετύχει το οικονομικό πρόγραμμα που προβλέπει η σύμβαση χρειάζεται να αναδειχθεί μία κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή για να το εφαρμόσει. Η καθυστέρηση των εκλογών θα οδηγήσει σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο η οποία θα σημαίνει σίγουρη αποτυχία οποιασδήποτε προσπάθειας. Είναι καιρός να τεθούν πολίτες και κόμματα προ των ευθυνών τους. Εδώ που έφτασε η κατάσταση η καλύτερη λύση είναι εκλογές πριν την οριστική συμφωνία. Αν οι πολίτες δεν την θέλουν, ας την απορρίψουν μέσω των εκλογών αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για τις όποιες συνέπειες. Είναι γεγονός ότι το κλίμα γενικής απόγνωσης που επικρατεί δεν ευνοεί την ομαλή διεξαγωγή τους, ωστόσο όλα δείχνουν ότι αυτό το κλίμα συνεχώς θα χειροτερεύει παρά θα βελτιώνεται.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Η ευθύνη της συμμετοχής και η συμμετοχή στην ευθύνη

του Λεωνίδα Ακριβόπουλου*

Ο τίτλος του παρόντος άρθρου μου προέκυψε κατόπιν των πρόσφατων σιβυλλικών δηλώσεων πολιτικού αρχηγού περί συμμετοχής του στις αποφάσεις που θα καθορίσουν την εκταμίευση της έκτης δόσης. Είναι βέβαια σύνηθες οι πολιτικοί να χρησιμοποιούν αμφίσημες εκφράσεις ώστε να ξεγλιστρούν από τις κακοτοπιές. Κατεξοχήν δε φαινόμενο των καιρών είναι και η κυβίστηση ή κοινώς η κωλοτούμπα. Για να ακριβολογούμε, έχουμε γίνει η χώρα της κωλοτούμπας όπου ο καθένας μπορεί να δηλώνει ότι θέλει και εκ των υστέρων να πράττει το αντίθετο, προσπαθώντας παράλληλα να μας πείσει ότι έμεινε σταθερός και αδιασάλευτος στις θέσεις του. Το θέατρο του παραλόγου δηλαδή….

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι το πολιτικό προσωπικό που διαθέτουμε μας αξίζει απόλυτα. Δεν είναι πριν πολύ καιρό που στην πλειοψηφία μας αποφασίζαμε και αναθέταμε την διακυβέρνηση της πατρίδας μας, με γνώμονα την βόλεψη, την εξυπηρέτηση και άλλα τινά. Το ερώτημα είναι λοιπόν, αν έχουμε συνειδητοποιήσει το λάθος μας ώστε να προσπαθήσουμε τουλάχιστον να το διορθώσουμε. Αν δηλαδή η ελληνική κοινωνία έχει ωριμάσει στο σύνολο της και είναι ικανή αρχικά να ψάξει και εν συνεχεία να δημιουργήσει βιώσιμες πολιτικές λύσεις. Αν εντέλει, η αντίδραση που εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως πλέον, δεν εξαντλείται μόνο στις περιπτώσεις της καταφανούς άδικης φορολόγησης αλλά διαθέτει το υπόβαθρο να προχωρήσει παραπέρα. Γιατί δεν πρέπει να γελιόμαστε, η σημερινή πολύπλευρη κρίση χρήζει δομικών αλλαγών που στην ουσία πρέπει να στοχεύουν πρώτιστα στην αναδιάρθρωση του φαύλου πολιτικού μας συστήματος.

Έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για διάφορες γενιές Ελλήνων όπως του πολυτεχνείου, των επτακοσίων ευρώ (πού είναι και αυτά), της κατοχής αλλά η αλήθεια είναι ότι η γενιά είναι μία και ζει σήμερα στην χώρα μας. Είναι η γενιά της κρίσης, της ύφεσης, της πτώχευσης. Όλοι αποτελούμε αυτήν την γενιά, είτε είμαστε ογδόντα, είτε πενήντα, είτε τριάντα. Ίσως δε, οι σημερινοί ογδοντάρηδες να έχουν ζήσει και χειρότερες καταστάσεις στο παρελθόν, δίχως να παύει βέβαια η σημερινή κατάσταση να είναι πρωτόγνωρη ακόμα και για αυτούς.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ εκτενέστερα στην νεότερη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων. Η γενιά αυτή που μεγάλωσε μέσα στην επίπλαστη οικονομική ευμάρεια και την πληθώρα των καταναλωτικών αγαθών, έχει τόσο σοκαριστεί από την ραγδαία αλλαγή των μέχρι πρότινος δεδομένων, ώστε να μην τολμά να αρθρώσει καν λόγο, να μην τολμά να διατρανώσει την άποψή της. Γιατί άποψη διαθέτει και μάλιστα εμπεριστατωμένη, αν αναλογιστούμε ότι είναι αυτή η γενιά που είχε τις περισσότερες ευκαιρίες να ακολουθήσει ανώτερες και ανώτατες σπουδές όσο καμία άλλη πριν και ότι είναι πλέον στο σύνολο της συμμέτοχη της παγκόσμιας κοινωνίας της πληροφορίας. Το δυναμικό αυτό κομμάτι της κοινωνίας που στην ουσία «τελεί εν εφεδρεία» πριν καν πάρει το βάπτισμα του πυρός, πρέπει να αναλάβει δυνάμεις, να ξεπεράσει το σοκ και να αποτελέσει την πρώτη ύλη που θα δώσει ώθηση στο σύνολο της κοινωνίας προς μία δημιουργική πορεία.

Γεγονός είναι ότι είμαστε όλοι συμμέτοχοι στην ευθύνη είτε δημιουργήσαμε την κρίση είτε είμαστε τα παράγωγα αυτής και όσο πιο γρήγορα το κατανοήσουμε τόσο καλύτερα θα είναι για εμάς. Βαρύτερη όμως είναι η ευθύνη των νεότερων από μας, που μας επιβάλλουν μια προδιαγεγραμμένη πορεία «επί τα χείρω» και την οποία θα πρέπει με δυναμισμό να απορρίψουμε, διεκδικώντας συνάμα κάτι καλύτερο και πιο συμβατό με τα όνειρα μας. Ας αναλάβουμε λοιπόν όλοι την ευθύνη που μας αναλογεί δίχως υπεκφυγές και αδιαφορία και ας δώσουμε δημιουργική πνοή στις μέχρι τώρα αντανακλαστικές μας αντιδράσεις. Ας κατανοήσουμε ότι πρέπει να βγούμε από το καβούκι μας και να προσπαθήσουμε, να κάνουμε μια δική μας επιλογή έστω και αν αυτή αποδειχθεί λανθασμένη. Στο κάτω κάτω από λάθη έχουμε χορτάσει, οπότε δικαιούμαστε να κάνουμε και εμείς ένα.

*: ο Λεωνίδας Ακριβόπουλος είναι μέλος του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Βέροιας (και παιδικός μου φίλος)

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Η "κρίση της Αριστεράς" και η επόμενη μέρα

"Αν λάβει κανείς υπόψη, ότι το 99% των συναλλαγών τους αφορούν χρηματιστικά παράγωγα, δεν έχουν δηλαδή καμιά σχέση με την πραγματική οικονομία, τότε δεν έχουν εντελώς άδικο οι Αριστεροί, όταν μιλούν για καζίνο" 
--Β. Σόιμπλε 12/10/2011
"Το πρόβλημα δεν είναι καινούριο. Ο Καρλ Μαρξ υπερτίμησε το σοσιαλισμό, αλλά είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι η παγκοσμιοποίηση, η απορυθμισμένη οικονομία και η αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου από την εργασία προς το κεφάλαιο, μπορούσε να οδηγήσει τον καπιταλισμό στην αυτοκαταστροφή"
--Ν. Ρουμπινί 14/10/2011
Τα πέτρινα χρόνια

Πολύ μελάνι (πολλές φορές και δάκρυ) έχει χυθεί για αυτό που αποκαλείται "κρίση της Αριστεράς" κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων στην Ευρώπη, δηλαδή με λίγα λόγια την στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τον φιλελευθερισμό και τον περιορισμό της υπόλοιπης Αριστεράς στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής. Πολλές αναλύσεις απέδιδαν την κρίση σε λάθος χειρισμούς της, ανεπαρκείς ηγεσίες, διασπαστικές τάσεις κλπ. Ωστόσο αγνοούσαν το γεγονός ότι η κρίση ήταν σχεδόν καθολική (παρουσιάζονταν σε όλες λίγο πολύ τις ευρωπαϊκές χώρες) και επομένως δομική. Οι πιο ρεαλιστές αριστεροί παραδέχονταν, έστω και δειλά, ότι ο καπιταλισμός που θεμελίωσαν οι δεξιοί Θάτσερ και Ρέιγκαν και ολοκλήρωσαν οι αριστεροί Μπλερ και Κλίντον, ενισχυμένος από ένα διευρυμένο σύστημα κοινωνικών παροχών, έστω και φαινομενικά δούλευε: υπήρχαν φτωχοί, υπήρχαν ανισότητες και ανεργία αλλά σε βαθμό ανεκτό από τους περισσότερους πολίτες, οι οποίοι απολάμβαναν ένα διαρκώς βελτιούμενο βιοτικό επίπεδο. Μερικές μάλιστα χώρες κατάφεραν κάτι που φαίνεται παράδοξο: να μειώνουν τις ανισότητες φιλελευθεροποιώντας παράλληλα την οικονομία τους.

Στην πολιτική αλλά και την κοινή γνώμη οι ιδέες της Αριστεράς συνεχώς έχαναν έδαφος. Έννοιες όπως "μαρξισμός", "σοσιαλισμός", "κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής" ακούγονταν ως αναχρονισμοί και πολλές φορές ως γραφικότητες. Η παντελής κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ το 1989-91 ενίσχυσε αυτές τις τάσεις. Ακολούθησε μια εποχή που πολλοί σοσιαλιστές, άλλοι για να μην θεωρούνται οπισθοδρομικοί και άλλοι για να μην συνδέονται με τη συνεχώς μεταλλασσόμενη σοσιαλδημοκρατία, έγιναν απλά "δημοκράτες" ή "αριστεροί". Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι ένα από τα ζητήματα που τέθηκαν το 2004, όταν ανέλαβε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ο μέχρι πρότινος πρωθυπουργός ήταν η αλλαγή του ονόματος του κόμματος ώστε να μην περιέχει όρο που να συνδέεται με την έννοια του σοσιαλισμού. Στους ακαδημαϊκούς κύκλους επικράτησαν διεθνώς οι ίδιες τάσεις, με τις οικονομικές και κοινωνικές προτάσεις του σοσιαλισμού να προκαλούν μειδιάματα και ειρωνεία. Κάποιοι μάλιστα υποστήριξαν ότι με την παγκοσμιοποίηση μέσω του καπιταλισμού η ανθρωπότητα πλησίαζε το "τέλος της ιστορίας" που θα πρόσφερε ευημερία σε όλους. Η ιδεολογία του ακραίου φιλελευθερισμού με τις ελάχιστες δυνατές ρυθμίσεις έφτασε στο σημείο να θεωρείται φυσικός νόμος. Η επικράτησή του ήταν τέτοια που πρόβαλε ως η μόνη ουσιαστικά λύση, μειώνοντας στο ελάχιστο τις προγραμματικές διαφορές ανάμεσα στα κόμματα εξουσίας. Ο Έλληνας ψηφοφόρος, από το 1996 και μετά καλούνταν να ψηφίσει το καλύτερο "επιτελείο διαχείρισης" παρά πολιτικά προγράμματα.

Η (μη σοσιαλδημοκρατική) Αριστερά, ό,τι απέμεινε από αυτήν, βρέθηκε υπό διωγμό. Οι εξελίξεις την ανάγκασαν να εγκαταλείψει στην πράξη το οικονομικό της πρόγραμμα προσχωρώντας απλά σε έναν ακόμη πιο γενναιόδωρο κοινωνικό καπιταλισμό, και να επικεντρωθεί σε θέματα όπως η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των "αδύναμων", των μεταναστών, των μειονοτήτων κ.α. (ένα είδος πολιτικής φιλανθρωπίας θα έλεγε κανείς), με απόψεις που ωστόσο θα μπορούσε να υιοθετήσει ακόμα και ένα φιλελεύθερο κεντροδεξιό κόμμα. Η πολυπόθητη "ενότητα της Αριστεράς" μετατράπηκε σε κεντρική της επιδίωξη αφού αποτελούσε πλέον βασική προϋπόθεση για την επιβίωσή της. Στο όνομα αυτής της ενότητας διαμορφώθηκαν συμμαχίες που ενσωμάτωναν ρεύματα που διέφεραν αισθητά τόσο στις πολιτικές τους επιδιώξεις, όσο και στη στρατηγική και τη μεθοδολογία τους. Το χαρακτηριστικό αυτό ήταν που ευνούχιζε πολιτικά τις όποιες προσπάθειές τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εμφανίσουν μία πειστική εναλλακτική απέναντι σε ένα σύστημα που έτσι και αλλιώς φαινόταν επιτυχημένο.

Το 1990 του νεοφιλελευθερισμού

Η κρίση που ξεκίνησε το 2008 και βρίσκεται σε εξέλιξη ήρθε να αλλάξει δραματικά αυτό το τοπίο. Ξαφνικά ο κόσμος ανακάλυψε ότι οι ακραία ελεύθερες αγορές όχι μόνο δεν μπορούν να αυτορρυθμιστούν, αλλά λειτουργούν με υπερβολή και πανικό, εντείνοντας στρεβλώσεις και προβλήματα, αντί να τα λύνουν. Η εξέλιξη αυτή έχει κάνει πολλούς οικονομολόγους με επιρροή να μιλούν για την "Αστάθεια της Ανισότητας" ή την "Ιδεολογική Κρίση του Δυτικού Καπιταλισμού", αναγνωρίζοντας ότι η κρίση που διέρχονται οι δυτικές οικονομίες είναι συστημική και οφείλεται στην υπερσυσσώρευση πλούτου από τους λίγους. Ακόμη πιο σημαντικό ίσως είναι το γεγονός ότι ακόμα και δεξιοί πολιτικοί σε σημαντικές θέσεις, όπως ο κ. Σόιμπλε, παραδέχονται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της διακίνησης κεφαλαίου γίνεται με νοοτροπία τζογαδόρου και επομένως βλάπτει αντί να βοηθά την πραγματική οικονομία και κατά συνέπεια την κοινωνία. Ο μέχρι πρόσφατα “φυσικός νόμος” χάνει έδαφος τόσο σε τεχνικό, όσο και σε ηθικό επίπεδο.

Φυσικά υπάρχουν και οι φανατικοί φιλελεύθεροι που επιμένουν ότι δεν απέτυχε ο φιλελευθερισμός, αλλά η εφαρμογή του. Η στάση αυτή μοιραία θυμίζει εκείνη των κομμουνιστών που αρνούνται να παραδεχτούν ότι το σύστημα που επαγγέλλονται έχει δομικά προβλήματα, επιρρίπτοντας την αποτυχία του στην υλοποίησή του, αγνοώντας και αυτοί ότι οι πολιτικές ιδεολογίες κρίνονται κυρίως από τα πρακτικά τους αποτελέσματα και όχι από την θεωρητική τους βάση. Εξάλλου, ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς ότι αν το τρίπτυχο ελευθερία - ισότητα - αδελφοσύνη συνοψίζει τα στοιχεία μίας δικαιότερης κοινωνίας, τα δύο συστήματα αποτελούν μερικές μόνο λύσεις: ο φιλελευθερισμός επικεντρώνεται στην ελευθερία σε βάρος της ισότητας, ενώ ο κομμουνισμός έχει το αντίστροφο αποτέλεσμα.

Ο οικολογικός παράγοντας

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν το 1990 εμπεδώθηκε στην αντίληψη των περισσότερων Ευρωπαίων ότι ζούμε σε έναν "πεπερασμένο πλανήτη". Ο οικολογικός παράγοντας έγινε πλέον σημαντικός στην καθημερινή ζωή των πολιτών, στην πολιτική αλλά και την οικονομία. Η αυξημένη αυτή οικολογική συνειδητοποίηση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η συνεχής και έντονη ανάπτυξη είναι ανέφικτη εφόσον οι φυσικοί πόροι είναι πεπερασμένοι ή έχουν πεπερασμένη δυνατότητα ανανέωσης και το ζητούμενο πλέον είναι να αναζητήσουμε κοινωνίες "Ευημερίας χωρίς Ανάπτυξη". Το συμπέρασμα αυτό κλονίζει ένα βασικό επιχείρημα του νεοφιλελευθερισμού, που  στηρίζεται στο δεδομένο της συνεχούς ανάπτυξης μέσα σε μία κοινωνία που όλοι έχουν την ευκαιρία να κερδίζουν, είτε περισσότερο είτε λιγότερο. Με άλλα λόγια συνειδητοποιούμε ότι η πίτα έχει συγκεκριμένο αριθμό κομματιών, και συνεπώς το πρόβλημα είναι πώς αυτά θα μοιραστούν.

Η Αριστερά της επόμενης μέρας

Πρώτο μέλημα των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης είναι να αποτραπούν βίαιες και ανεξέλεγκτες εξελίξεις, γιατί αυτές θα πλήξουν καίρια την κοινωνική συνοχή εντός των χωρών της αλλά και την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Η γενική κατεύθυνση είναι προς μία διευρυμένη δημοσιονομική ομογενοποίηση, με τις τεχνικές λεπτομέρειές της (το επίπεδο του επιτρεπόμενου ελλείμματος, ο ρόλος της ΕΚΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κλπ) να αποτελούν μείζον θέμα διαπραγμάτευσης των τρεχόντων μηνών. Πρόκειται για μία λογική κίνηση διατήρησης ισορροπιών. Τα κρατικά ταμεία θα απαλλαγούν από την πίεση των αγορών μόνο αν πάψουν να εξαρτώνται από το δανεισμό. Η άλλη προτεινόμενη λύση, οι μαζικές διαγραφές κρατικών χρεών, θα οδηγούσε το τραπεζικό σύστημα σε κατάρρευση συμπαρασύροντας τα ασφαλιστικά ταμεία αλλά και την πραγματική οικονομία. Η Αριστερά οφείλει να στηρίξει σθεναρά αυτήν την προσπάθεια αποφυγής τέτοιων ακραίων εξελίξεων για να εξασφαλίσει το συμφέρον και την προστασία των πολλών.

Είναι φανερό όμως ότι μία τεχνικού τύπου λύση θα είναι προσωρινή. Η κρίση που βιώνουν οι Ευρωπαϊκές οικονομίες έχει σχέση με το ίδιο το μεταπολεμικό τους δημιούργημα, τον κοινωνικό καπιταλισμό, ο οποίος δέχεται πολύ ισχυρές πιέσεις από παράγοντες όπως το δημογραφικό πρόβλημα, η οικολογική κρίση και ο ανταγωνισμός από τις οικονομίες της Ασίας. Κατά συνέπεια, η συζήτηση της επόμενης μέρας θα αφορά στο πώς θα μεταρρυθμιστεί το καπιταλιστικό σύστημα της Ευρώπης (και του δυτικού κόσμου γενικότερα), έτσι ώστε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ψήγματα τέτοιων μεταρρυθμιστικών προτάσεων έχουν ήδη εκδηλωθεί, όπως η κατάργηση των γυμνών CDS , ή η φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Η κρίση ωστόσο είναι τέτοια που παρόμοιες τεχνικές διευθετήσεις να κριθούν ανεπαρκείς. Είναι άλλωστε φανερό ότι δεν είναι δυνατό να επιστρέψει η Ευρώπη στην δεκαετία του 1990 ή του 2000, καθώς το παγκόσμιο περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά. Η συζήτηση επομένως είναι πιθανό να φτάσει σε πολύ μεγαλύτερο βάθος, αναθεωρώντας βασικά στοιχεία οργάνωσης των Ευρωπαϊκών κοινωνιών, όπως το κοινωνικό κράτος με τον τρόπο που αυτό θεμελιώθηκε κυρίως μεταπολεμικά.

Η σοσιαλιστική Αριστερά πρέπει όχι απλώς να είναι έτοιμη, αλλά να αναλάβει την πρωτοβουλία αυτής της συζήτησης. Η συνεχής άμυνα, η παθητική υπεράσπιση του γενναιόδωρου κοινωνικού καπιταλισμού μπορεί να αποδειχτεί μία χαμένη μάχη. Είναι επομένως καιρός να βγάλει τα οικονομικά της προγράμματα από το συρτάρι προβάλλοντας τολμηρά μία σειρά θεμάτων όπως τα παρακάτω:

- Οι Ευρωπαίοι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν ότι όποιες αλλαγές και αν γίνουν, το παιχνίδι στην επόμενη μέρα θα παίζεται δίκαια. Η όποια λιτότητα επιβληθεί από τις νέες συνθήκες, θα πρέπει να είναι προς όφελος και όχι σε βάρος της κοινωνικής ισότητας. Το παράδειγμα δίνουν οι πετυχημένες συνταγές ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών εν μέσω κρίσης. Οι περισσότερες από αυτές είναι χώρες με μειωμένες ανισότητες.

- Η διευρυμένη ισότητα αλλά και οι αποτυχίες του νεοφιλελευθερισμού επιβάλλουν και την αναθεώρηση του πώς νοείται το δικαίωμα τόσο στην περιουσία, όσο και στην κατοχή και την διαχείριση του κεφαλαίου. Κατάργηση παράλογων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, στοχευμένη φορολόγηση πλούτου, έλεγχος της κινητικότητας του κεφαλαίου και κοινωνικοποίηση τις διαχείρισής του με κρατικές ή συνεταιριστικές τράπεζες αποτελούν πιθανές λύσεις. Ο υγιής ανταγωνισμός πρέπει να ενισχυθεί, με την καταπολέμηση κάθε είδους μονοπωλίων. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες πρέπει να μετατραπούν από οικονομίες εντάσεως κεφαλαίου σε οικονομίες εντάσεως παραγωγής και δημιουργίας.

- Αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού από την πλευρά των ασιατικών χωρών, που προκαλείται από το μειωμένο εργατικό κόστος και τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας. Όλοι γνωρίζουμε ότι πέρα από τις ασιατικές επιχειρήσεις, από την κατάσταση αυτή επωφελούνται σημαντικά και οι δυτικής προέλευσης πολυεθνικές εταιρίες, με τις οποίες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να έρθουν σε διαπραγμάτευση.

Πολλοί στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι η κατάσταση είναι τόσο έκτακτη, που δεν υπάρχει χρόνος για "ιδεολογικές ζυμώσεις". Θεωρούν ότι μία επίλεκτη διαχειριστική ομάδα αρκεί για να δώσει τις απαραίτητες λύσεις. Σε κάποιο βαθμό έχουν δίκιο: η χώρα μας έχει τεράστια ανάγκη από άμεσες μεταρρυθμίσεις που λίγο πολύ υποστηρίζονται από όλο το πολιτικό φάσμα και δεν είναι προνόμιο της Αριστεράς (εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης, καταπολέμηση της οικονομικής παραβατικότητας, κλπ). Ξεχνούν όμως ότι η προσπάθεια που καλείται να κάνει η χώρα μας μοιάζει περισσότερο με μαραθώνιο παρά με αγώνα εκατό μέτρων. Για να πετύχει αυτή η προσπάθεια χρειάζεται η βοήθεια, η υποστήριξη ακόμα και οι θυσίες καθενός από εμάς για αρκετά χρόνια. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να έχει τεθεί ένας απώτερος στόχος, μία "απέναντι όχθη" που θα κληθούμε να φτάσουμε. Οι ιδεολογίες, όπως λέει και ο M. Mazower, είναι για τις κοινωνίες "οχήματα πίστης και πολιτικής δράσης".

Οι ιστορικές συνθήκες κάνουν την ευθύνη της σοσιαλιστικής Αριστεράς για την επόμενη μέρα πολύ μεγάλη. Αν κάποιος μπορεί να επιφέρει ουσιαστικές και καθαρές λύσεις στα αδιέξοδα της σημερινής κατάστασης τότε αυτοί είναι οι σοσιαλιστές και όχι οι μέχρι πρότινος κήρυκες του φιλελευθερισμού.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Κοινωνική ισότητα: το σοσιαλιστικό συμβόλαιο


Θα είμαι ειλικρινής: αντιμετωπίζω επιφυλακτικά (αν όχι καχύποπτα) όποιον μου συστήνεται ως αριστερός, χωρίς να δίνει στον εαυτό του έναν πιο εξειδικευμένο προσδιορισμό: κομμουνιστής, οικολόγος, δημοκρατικός σοσιαλιστής, αναρχικός, σοσιαλδημοκράτης και πάει λέγοντας. Αντιμετωπίζω επίσης επιφυλακτικά όποιον μου περιγράφει τι δεν είναι με διάφορα "αντί" και "κατά": αντικαπιταλιστής, αντινεοφιλελεύθερος, κατά της παγκοσμιοποίησης, του σταλινισμού κ.α.

Γιατί τόση επιφυλακτικότητα; Στην πρώτη περίπτωση ο (κατά κανόνα αγαπητός) συνομιλητής μου πάσχει από την "ασθένεια" της ιδεολογικής ασάφειας, ηθελημένης ή μη. Θέλει να είναι γενικά αριστερός, να τα έχει καλά με όλους και πάνω από όλα με τη συνείδησή του, που δεν θα άντεχε ποτέ να τον αποκαλέσουν κεντρώο (μην πω φιλελεύθερο), ακόμα και αν πράγματι δεν είναι. Η ιδεολογική ασάφεια είναι αυτή που προκαλεί και πολιτικό ευνουχισμό: χωρίς ιδεολογική κατεύθυνση οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, ακόμα και αν ακούγονται "γενικά αριστερές" εύκολα μπορούν να προκύψουν αντικρουόμενες, αλληλοαναιρούμενες και συνεπώς αναποτελεσματικές. Στην δεύτερη περίπτωση, οι διάφοροι ετεροπροσδιορισμοί, εκτός από ελλιπείς, μπορεί να φανούν και λίγο επικίνδυνοι: ένας ορθόδοξος νεοναζί μάλλον ενστερνίζεται όλα τα "αντί" και "κατά" που ανέφερα παραπάνω.

Η Δημοκρατική Αριστερά, από τα γεννοφάσκια της πριν περίπου ένα χρόνο, προσπάθησε να ξεκαθαρίσει το ιδεολογικό της προφίλ, προβάλλοντας ως βασική της αρχή τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, δηλαδή την προώθηση του σοσιαλισμού μέσω διαδοχικών μεταρρυθμίσεων, με δημοκρατικά μέσα και με ευρεία αποδοχή από την κοινωνία. Αξίζει να σημειώσω ότι βασικός θεμελιωτής αυτού του ιδεολογικού ρεύματος στην Ελλάδα ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος που μέχρι πριν λίγες μέρες ήταν κοντά μας. Όλα καλά ως εδώ, το μόνο που μένει είναι να συμφωνήσουμε τι σημαίνει σοσιαλισμός χωρίς να χρειάζεται να εντρυφήσουμε στον Μαρξ ή στον Κάουτσκυ.

Με τη δική μου αντίληψη, σοσιαλισμός είναι η επιδίωξη της Δίκαιης Κοινωνίας μέσω της κοινωνικής ισότητας. Κοινωνική ισότητα είναι η εξασφάλιση ίδιων συνθηκών διαβίωσης (εισόδημα, περιβάλλον, υπηρεσίες κ.α.) για όλους. Με λίγο πιο σύγχρονους (και δυστυχώς πιο περίπλοκους) όρους, κοινωνική ισότητα είναι η εξασφάλιση ίσων προϋποθέσεων ευτυχίας για κάθε πολίτη. Κατά συνέπεια, ένα σοσιαλιστικό κόμμα είναι καταρχήν ένα κίνημα κοινωνικής ισότητας. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες έννοιες που συναντά κανείς στα διάφορα σοσιαλιστικά προγράμματα, όπως η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής ή η δικτατορία της εργατικής τάξης είναι στην ουσία μέθοδοι, δημοκρατικές ή μη, πραγματοποίησης αυτού του κεντρικού στόχου. Η προσήλωση στην κοινωνική ισότητα είναι και η βασική διαφορά με τα άλλα πολιτικά ρεύματα (σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικός φιλελευθερισμός) των οποίων το ιδεολογικό πλαίσιο στηρίζεται στην απλή νομική ισότητα και στην χρησιμοποίηση του κοινωνικού κράτους για να αμβλύνονται οι ανισότητες ή, όπως θα σημείωνε και κάποιος πιο καχύποπτος, για να εξασφαλίζεται η αναγκαία πειθαρχία των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα, ένας σοσιαλιστής δεν πρέπει να στοχεύει στην προστασία των αδύναμων, αλλά να αγωνίζεται ώστε αυτοί να μην υπάρχουν.

Οικονομική ισότητα

Βασικό συστατικό της κοινωνικής ισότητας είναι φυσικά η οικονομική ισότητα. Δεν είναι δίκαιο να έχουμε όλοι το ίδιο εισόδημα χωρίς αυτό να συνδέεται με το πόσο εργαζόμαστε ή το πόσο προσφέρουμε, αλλά είναι δίκαιο να αμειβόμαστε με βάση την αξία του προϊόντος που παράγουμε μέσω της εργασίας μας. Αυτό δεν γίνεται και σήμερα; Δυστυχώς όχι και όχι μόνο γιατί οι εργοδότες δεν δέχονται να μοιραστούν τα κέρδη με τους εργαζόμενους (στη χώρα μας άλλωστε έχουμε μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων), αλλά γιατί η αγορά, όπως είναι διαμορφωμένη σήμερα, διακατέχεται από παντός είδους προνόμια. Προνόμιο είναι ό,τι παράγει πλούτο χωρίς να σχετίζεται με παραγωγική διαδικασία (π.χ. εκμετάλλευση ακίνητης περιουσίας ή κεφαλαίων), η εξασφάλιση μονοπωλίων κάθε είδους (αποκλειστικότητα στην παροχή προϊόντων και υπηρεσιών) και γενικά οποιαδήποτε στρέβλωση που λειτουργεί προς όφελος ορισμένης ομάδας συμφερόντων. Η οικονομική ισότητα επιβάλλει την άρση τέτοιων προνομίων.

Ας μην παρεξηγηθώ, δεν προτείνω την κατάργηση του δικαιώματος της περιουσίας και της εκμετάλλευσής της. Αυτό που θα μπορούσε να κάνει όμως μία σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι π.χ. να φορολογήσει επιπλέον τις δραστηριότητες που δεν συνδέονται άμεσα με παραγωγικές διαδικασίες έτσι ώστε να τις αποθαρρύνει, και να άρει οποιεσδήποτε αποκλειστικότητες στην παροχή υπηρεσιών ή προϊόντων. Συνεπώς, για να αναφερθώ και σε ένα επίκαιρο ζήτημα, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων που δεν σχετίζονται με κρίσιμους τομείς είναι πρωτίστως θέμα ισότητας. Η θετική επίπτωση που μπορεί να έχει σε έναν κλάδο είναι δευτερεύουσας σημασίας. Γενικότερα, η εφαρμογή της αρχής της οικονομικής ισότητας μπορεί να επιφέρει σειρά ριζικών μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία της αγοράς, κάνοντάς την λιγότερο επιρρεπή σε αστάθειες και κρίσεις.

Είναι ρεαλιστικό να αγωνίζεται κανείς για ισότητα εν μέσω κρίσης; Θα έλεγα πως η κρίση κάνει την ανάγκη για ισότητα ακόμα πιο επιτακτική: στις καλές εποχές, όταν η πίτα είναι αρκετά μεγάλη ώστε όλοι να μπορούν πάρουν από τουλάχιστον ένα κομμάτι (άσχετα αν κάποιοι παίρνουν δεύτερο και τρίτο), δεν υπάρχει μεγάλο πρόβλημα και όλοι είναι λίγο ή πολύ ευχαριστημένοι. Στους δύσκολους καιρούς, όπως αυτοί που περνάμε, η ανάγκη για προσεκτική και δίκαιη μοιρασιά γίνεται πολύ πιο σημαντική.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ραντεβού στη γωνία

Για καιρό σκεφτόμουν, παρατηρώντας τα θλιβερά γεγονότα που σχετίζονται με τη βία, ότι μία διαδήλωση κατά της βίας θα ήταν ο πρώτος λόγος που θα μπορούσε να με κατεβάσει στο δρόμο. Ε λοιπόν η ευκαιρία ήρθε. Μέσω του Facebook, διάβασα το μήνυμα-κάλεσμα μίας φίλης (το αναδημοσιεύω αυτούσιο παρακάτω) για μια τέτοια διαδήλωση σήμερα το απόγευμα στις 19.00 στο Σύνταγμα. Εμένα με έπεισε, οι σκέψεις της είναι και δικές μου. Ραντεβού εκεί!
Γιατι αυτη η συγκεντρωση? 
Γιατι χωρις ταμπελες και κομματα? 
Γιατι τοσο γρηγορα? 
Μηπως γινουμε γραφικοι? 
μηπως χρειαζεται και λιγη βια για να σωθουμε απο τους μεταναστες? 
Μηπως χρειαζεται η βια για να σωθουμε απο το μνημονιο και την κυβερνηση? 
Μηπως χρειζεται απο τα ΜΑΤ για να μην ξανακαει η Αθηνα? 
Μηπως χρειαζεται απο τους οργισμενους χουλιγκανς των γηπεδων για να προσεχει αλλη φορα ο διαιτητης και οι παραγοντες? 
Ολες οι μορφες βιας ιδιες ειναι? 
Θα εχει περιφρουρηση? 
Τι θα κερδισουμε? 
Θα ειμαστε λιγοι, πολλοι? 
Θα μας την πεσουν θερμοκεφαλοι? 
Θα μας θεωρησουν ψωνια χωρις πολιτικη αποψη και τοποθετηση? 
Μηπως φανουμε ηλιθιοι ρομαντικοι που αφησαμε τον καναπε για λιγο αλλα το βαθουλωμα απο τα οπισθια μας δεν θα προλαβει να τεντωσει? 
Τα ερωτηματα ειναι πολλα.Οκαθενας θετει τα δικα του .Καθε ενας εχει τις αποψεις του και ειναι σεβαστες.Εγω θα πω τη δικη μου-αν ενδιαφερει κανενα, δεν μεγαλοπιανομαι κιολας- και γιατι αυτη με οδηγησε χτες να προσπαθησω, οσο μπορουσα να εξασφαλισω συμμετοχη στη σημερινη εκδηλωση, προσκαλωντας κοσμο, γραφοντας και απατωντας σε οσους ρωτουσαν.Οι ανθρωποι ειμαστε ολοι δυνητικα βιαια οντα.Ειμαστε ολοι ικανοι για βιαιες πραξεις ειτε μεσα στην οικογενεια ειτε κατω απο την επιδραση της ψυχολογιας του οχλου ειτε οταν μας πνιγει το δικιο μας.Αυτο το θεμα ,οπως και το θεμα της εγκληματικης βιας η της βιας στο σχολειο η της βιας στα γηπεδα ,δεν θα το λυσουμε καθολου ευκολα.Ουτε δυστυχως επειδη θα μας δουν συγκεντρωμενους θα καμθει το φρονιμα των μπαχαλων, των χρυσαυγιτων, των χουλιγκανων ,των ΜΑΤατζηδων που κλωτσουν πεσμενους.Μια δηλωση θα ειναι για μενα αυτη η συγκεντρωση..ΟΧΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ..Δεν επικροτω, δεν δεν μου αρεσει, δεν μου ειναι ανεκτη η βια στο ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ. Δεν θελω να με σωσουν οι μπαχαλοι των διαδηλωσεων απο το μνημονιο.Θελω να μπορω να διαδηλωνω.Δεν θελω να με σωσουν οι χρυσαυγιτες απο τη βια στο κεντρο της Αθηνας.Θελω να μα σωσει η ευνομια και η αστυνομια..Δεν θελω να φοβαμαι να παω στο γηπεδο και να πρεπει να βλεπω τα ΜΑΤ παραταγμενα.Δεν θελω τα ΜΑΤ να χτυπανε αλυπητα και ανορθοδοξα οποιον πετυχουν στο διαβα τους.Δεν θελω οι αντεξουσιαστες να σκοτωνουν ειδικους φρουρους για να με σωσουν απο τον καπιταλισμο.Δεν θελω στο ονομα των δικων μου ανθρωπινων δικαιωματων να γινονται καποιοι αυτοκλητοι σωτηρες.Δεν θελω βρε αδελφε!Θελω να ξερουν οτι δεν επικροτω, δεν επιχαιρω, δεν λεω καλα κανετε, δωστε κι αλλες κλωτσιες, σκοτωστε μεταναστες γιατι ειναι πολλοι και καποιοι εγκληματιες, δειρτε τον πουστη τον διαιτητη,ναι, χαιρομαι το πνευμα μου μαζι σας.Θεωρηστε με λοιπον ηλιθια αλλα αυτο θελω να δηλωσω εγω.Το ιδιο ισχυει και για τη βια της κυβερνησης.Προσεξτε γιατι πολυ χρησιμοποιειτε το ονομα μας αλλα ειμαστε εδω και θα ξαναειμαστε και επειδη θελω να ειμαστε και δεν μπορω να αγνοουμαι πλεον, θα παω στη συγκεντρωση κι αν χρειαστει θα ξαναπαω.Οχι στο ονομα μας παιδια.Ειμαστε πολλοι που δεν επικροτουμε!

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Αντικαταναλωτισμός

Μια σειρά από εύστοχα σχόλια από την Elizabeth Dore και τον John Weeks. Είναι σημαντικό όμως να επισημανθεί ότι η αντιμετώπιση των πολιτών που περιγράφεται δεν είναι αμερικανικό "προνόμιο", αλλά χαρακτηρίζει όλο το δυτικό κόσμο και ίσως όχι μόνο.